Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη. Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία. 

Πηγή: wikipedia

Πηγή: schooltime
 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινοπωρινές δημιουργίες Νο1 - Φύλλα που πέφτουν, Όργωμα και σπορά, Φρούτα του φθινοπώρου

Τα φύλλα αλλάζουν χρώμα καθώς χάνουν τη χλωροφύλλη τους και πέφτουν... αλλά υπάρχουν και κάτι σκίουροι πολύ πεινασμένοι...


Είναι η εποχή του οργώματος και της σποράς....


Μιλήσαμε για αυτό και για τη θεά Δήμητρα... αλλά και για την κόρη της την Περσεφόνη...


Μιλήσαμε για τα φρούτα του φθινοπώρου και ενώ εμείς ξέραμε για κόκκινα και πράσινα μήλα, ξαφνικά μας προέκυψαν και τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων...


Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Τα οφέλη του παιδικού βιβλίου

Πολύ συχνά ακούγεται η φράση «Βιάζομαι, δεν έχω χρόνο να διαβάσω». Και αυτό γιατί λέγεται ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, της ταχύτητας και της βιασύνης. Τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και επιστρέφοντας διαβάζουν τα μαθήματα της επόμενης ημέρας, κάνουν εξωσχολικές δραστηριότητες, πηγαίνουν σε φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης ή και σε κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών. Όλα απαραίτητα, αλλά πού να βρεθεί λίγος χρόνος για χαλάρωση, ηρεμία και ξεγνοιασιά; 

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Η χρησιμότητα των βιβλίων στα παιδιά

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του έγκυρου «World Economic Forum», τα παιδιά που μεγαλώνουν σε φιλομαθή σπιτικά, έχουν περισσότερες πιθανότητες να ευημερήσουν στη ζωή. Τα βασικά πορίσματα της έρευνας συνοψίζονται σε τρεις άξονες:
-Ένα παιδί μεγαλώνοντας σ΄ένα σπίτι το οποίο περιέχει κοντά στα 80 βιβλία, θα έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει εγγράμματο και να αποκτήσει υψηλό επίπεδο θετικών και θεωρητικών γνώσεων.
-Μια σπιτική βιβλιοθήκη είναι ικανή καλλιεργήσει την ανάγνωση και την αγάπη για τα μαθηματικά όπως και τις οικονομικές επιστήμες, περισσότερο από ένα κολλέγιο.
-Αν ένα παιδί μεγαλώνει σ΄ ένα σπίτι όπου τα βιβλία δεν είναι αρκετά, το οδηγεί στο δύσκολο κυνήγι της γνώσης, που μπορεί να κρατήσει μια ζωή και να μην φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Ο αριθμός των βιβλίων που αντιστοιχούν σ΄ ένα μεσαίο νοικοκυριό στις Η.Π.Α, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στον κοινωνιολογικό ιστότοπο «Scholarly culture», είναι περίπου εκατόν δέκα τέσσερα (114). Μια οπωσδήποτε ικανοποιητική ποσότητα.  Το εξεταστέο δείγμα περιλαμβάνει 160.000 ενήλικες και ο μεγαλύτερος αριθμός βιβλιοθηκών συγκεντρώνεται σε όσους διαθέτουν ανώτερη εκπαίδευση. Στην ίδια μελέτη σημειώνεται και η εξής ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Οι ενήλικες που μεγαλώνουν με βιβλιοθήκη στο σπίτι, διευρύνουν τα γνωστικά τους πεδία πέρα από την όποια εκπαίδευση ή το επίπεδο των σπουδών τους». Αν προεκταθούν οι παραπάνω παρατηρήσεις για τα παιδιά διαπιστώνουμε πως όσα μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια που διαθέτουν ενημερωμένες βιβλιοθήκες, παρακολουθούν με μεγαλύτερη άνεση τα μαθήματα στην τάξη τους. Μπορούν να προσαρμοστούν με μεγαλύτερη ευκολία στις τεχνολογικές προκλήσεις, να διαβάσουν πιο εύκολα, να κατανοήσουν καλύτερα την λογοτεχνία, όπως και τις μαθηματικές εξισώσεις. Όπως διαπιστώνεται τα παιδιά αυτά βρίσκονται σε καλύτερη μορφωτική θέση ακόμη και από έναν απόφοιτο πανεπιστημίου, που όμως μεγάλωσε με ελάχιστα βιβλία.
Για την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής μόρφωσης, η σπιτική βιβλιοθήκη θα πρέπει να περιέχει από 80 έως και 350 βιβλία. Όπως δείχνουν οι στατιστικές μελέτες, οι οικογένειες από την Σκανδιναβία έχουν τις μεγαλύτερες συλλογές. Το 14% των Νορβηγών και το 13% των Σουηδών, μεγαλώνουν στο σπίτι με πάνω από 500 βιβλία! Πάντως ελάχιστες χώρες στον πλανήτη διαθέτουν στο σπίτι κατά μέσο όρο χαμηλότερο δείκτη βιβλίων, δηλαδή περίπου κάτω από 80 τον αριθμό και αυτές είναι: Χιλή, Ελλάδα, Ιταλία, Τουρκία και Σιγκαπούρη.
Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει, είναι το τί θα συμβεί κατά την επικείμενη άνοδο των ψηφιακών βιβλίων. Οι έρευνες μέχρι στιγμής σημειώνουν τα εξής: «Αυτή τη στιγμή η προοπτική να αντικατασταθεί άμεσα το βιβλίο στην έντυπη έκδοση του, βρίσκεται σε πρόωρο στάδιο. Όμως στο άμεσο μέλλον, τα πράγματα θα αλλάξουν. Ο λόγος είναι πως σήμερα, οι μεγαλύτερες ψηφιακές βιβλιοθήκες φτάνουν να αντιστοιχίσουν σε χωρητικότητα τις υφιστάμενες του έντυπου βιβλίου». Η γνώση που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία στην σχολική εκπαίδευση όσο και μέσα από τις σπιτικές βιβλιοθήκες, συνδέεται όλο και περισσότερο με τον αλφαβητισμό και την μόρφωση γενικότερα μέσω της χρήσης ψηφιακών μέσων.
Σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη του ψηφιακού βιβλίου, είναι ο τρόπος διδασκαλίας και μελέτης. Δύο παράγοντες παίζουν κύριο ρόλο εδώ: Ο πρώτος έχει να κάνει με την άμεση επίδραση των ψηφιακών μέσων σ’ ένα περιβάλλον όπου το παιδί ακόμη μαθαίνει και βρίσκεται σε προσχολικό στάδιο, διότι το βιβλίο παρέχει στο παιδί την κατάλληλη ενθάρρυνση για να αναπτύξει νοητικές ικανότητες και δεύτερον η ανάγνωση βοηθά το άτομο να αναπτύξει μια διανοητική ευχέρεια, άσχετα με το στενό επαγγελματικό αντικείμενο στη συνέχεια. Δεύτερον όπως αποκαλύπτει η έρευνα, «Η έκθεση του παιδιού στο βιβλίο από μικρή ηλικία, μπορεί να αναπτύξει καλύτερα τις δεξιότητες του. Οι ικανότητες που θα αναπτυχθούν με την ανάγνωση, βοηθούν το παιδί να έχει καλύτερη τύχη στην μετέπειτα μόρφωση του».
Σαν τελικό συμπέρασμα μπορούμε να πούμε πως η πληρέστερη ανάπτυξη του παιδιού, συνδέεται με την άμεση επαφή του με την βιβλιοθήκη που διαθέτουν οι γονείς στο σπίτι. Η επαφή του παιδιού με τα γράμματα αναπτύσσει πολλές δυνατότητες και το βοηθά να έχει μια πιο ολοκληρωμένη ενηλικίωση.

Πηγή: This is how a bookish home helps a child to thrive

Πηγή: Σελίδες Καστανιώτης

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Τα παιδιά που τους διαβάζουν γνωρίζουν περισσότερες από 1 εκατομμύριο λέξεις μέχρι το Δημοτικό

Τα παιδιά στα οποία οι γονείς διαβάζουν πέντε βιβλία την ημέρα, πηγαίνουν στο Νηπιαγωγείο έχοντας ακούσει περισσότερες από 1.4 εκατομμύρια λέξεις από τα παιδιά στα οποία οι γονείς δεν διαβάζουν ποτέ, σύμφωνα με νέα μελέτη. Το Πανεπιστήμιο του Ohio λέει, ότι αυτό το «χάσμα εκατομμυρίων λέξεων» μπορεί να είναι θεμελιώδες στο πώς μαθαίνουν τα παιδιά το λεξιλόγιο και στην αναγνωστική τους ικανότητα.
Οι ερευνητές ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα πάνω σε αυτό το θέμα βασισμένοι σε προηγούμενες έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες στο 25% των παιδιών προσχολικής ηλικίας δεν διαβάζει ποτέ κανείς βιβλία και σε ένα άλλο 25% διαβάζουν οι γονείς μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Ωστόσο, ακόμα και τα παιδιά στα οποία οι γονείς διαβάζουν έστω ένα βιβλίο την ημέρα, ακούνε περίπου 290 χιλιάδες περισσότερες λέξεις μέχρι την ηλικία των 5 ετών, συγκριτικά με τα παιδιά στα οποία δεν διαβάζει κανείς.
«Τα παιδιά που ακούν περισσότερες λέξεις, θα είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένα όταν δουν τις λέξεις αυτές τυπωμένες στο σχολείο», λέει η επικεφαλής της έρευνας, Jessica Logan. «Επίσης, θα είναι πολύ πιο επιδέξια στην ανάγνωση.»

Πηγή: infokids

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Ελέφαντες παντού....



Μιλώντας για τους ελέφαντες, τραγουδήσαμε, επεξεργαστήκαμε παραμύθια, φτιάξαμε παζλ αλλά και μία κατασκευή, μάθαμε για τη ζωή τους.....



Μας επισκέφτηκε ο Άγγελος Αγγέλου, μάθαμε πώς να κάνεις έναν ελέφαντα να χορέψει και φτιάξαμε ψύλλους....




Διαβάσαμε και τον Κιλόμπο, τον βρόμικο ελεφαντάκο και σκεφτήκαμε τι μπορεί τελικά να έχει πραγματικά ανάγκη (όπως και εμείς άλλωστε...).

Μάθαμε πως είναι είδος υπό εξαφάνιση, αλλά και πως δεν είναι όλοι οι ελέφαντες ίδιοι, άλλωστε  είμαστε εμείς όλοι ίδιοι;;


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Περιβαλλοντικές ανησυχίες....

Στα πλαίσια γνωριμίας με το φυσικό μας περιβάλλον, από τι αυτό αποτελείται, τι κινδύνους διατρέχει, πώς μπορούμε να το προστατεύσουμε.....

Κάναμε το πρώτο μας βήμα..... τέθηκε το ζήτημα και έγινε η πρώτη γνωριμία... Ακούσαμε το παραμύθι "Το ταξίδι του κότσυφα"....σχολιάσαμε τις εικόνες και την αφίσα....



Αλλά φτιάξαμε και την πόλη που θέλουμε...



Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Διαβάζοντας Μεγαλώνω

Το Διαβάζοντας Μεγαλώνω είναι διεπιστημονικό σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 2013 και στόχος του είναι η διασφάλιση του δικαιώματος όλων των παιδιών στην Ανάγνωση και στη Γνώση.

Το Διαβάζοντας Μεγαλώνω έχει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την εκπαιδευτική και την βιβλιοθηκονομική κοινότητα, καθώς και με την κοινότητα των επαγγελματιών υγείας που προσφέρουν υπηρεσίες στο παιδί και στην οικογένεια. Συμμετέχει ενεργά στον επιστημονικό διάλογο και παρακολουθεί συστηματικά τα προγράμματα για την προώθηση της ανάγνωσης που υλοποιούνται στη διεθνή κοινότητα. Στα τρία χρόνια της λειτουργίας του έχει οργανώσει επιστημονικές ημερίδες και ενημερωτικές εκδηλώσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, επιμορφωτικά σεμινάρια για επαγγελματίες υγείας και εκπαιδευτικούς, καθώς και αναγνώσεις για πολύ μικρά παιδιά, ενώ πραγματοποιεί πιλοτικό πρόγραμμα για την προώθηση της ανάγνωσης στην οικογένεια με τη συνεργασία επαγγελματιών υγείας.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του σωματείου είναι ότι κατάφερε να αναδείξει τη σημασία της διαμόρφωσης χώρων για τα πολύ μικρά παιδιά στις βιβλιοθήκες και συμμετείχε ενεργά στο σχεδιασμό της πρώτης βρεφικής - νηπιακής βιβλιοθήκης που δημιουργήθηκε στη χώρα μας. Η βιβλιοθήκη βρίσκεται στο Πάρκο για το Παιδί και τον Πολιτισμό, στους Αμπελόκηπους, και λειτουργεί με τη συνεργασία του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού & Νεολαίας του δήμου Αθηναίων και του Διαβάζοντας Μεγαλώνω.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Το δέντρο που έδινε.


Δημιουργός: Κωνσταντίνος Κωτσηδήμος


Το δέντρο που έδινε είναι ένα βιβλίο χωρίς χρώματα και χωρίς ιδιαίτερες εικόνες. Ίσως επίτηδες ο δημιουργός του να θέλησε να τα αφήσει όλα τόσο απλά γιατί αυτή η ιστορία από μόνη της έχει να πει τόσα πολλά πράγματα για τις ανθρώπινες σχέσεις που δεν χρειάζονται πολλά πράγματα για να τις εξηγήσουν. 
Ο Ζελ Σιλβερστάιν δημιουργεί ιστορίες για τα παιδιά από κάτι πολύ απλό ίσως και άνευ σημασίας για τους περισσότερους και από  κει βγει βγάζει ένα σωρό όμορφα διδάγματα. Γιατί έτσι είναι κι η ζωή. Πολλά απλά πράγματα που συνθέτουν την ευτυχία της. 
Το δέντρο που έδινε ήταν μια απλή μηλιά όπως χιλιάδες μηλιές σε όλο τον κόσμο. Η ιδιαιτερότητα όμως αυτού του δέντρου ήταν πως έδινε συνεχώς για να βλέπει ευτυχισμένο τον φίλο της. Και δεν νοιαζόταν που όσο περνούσε ο καιρός εκείνη έχανε κάτι δικός της και πολύτιμο, κάθε φορά. Ούτε νοιαζόταν που ακόμη κι εκείνος που της ζητούσε όλα αυτά τα πολύτιμα πράγματά της, την θυμόταν μόνο όταν είχε την ανάγκη της. Νοιαζόταν μόνο η ευτυχία εκείνου που αγαπούσε. Κι έτσι έδινε, έδινε κι έδινε. Μέχρι που στο τέλος δεν έμεινε τίποτα. Μόνο οι ρίζες της και ένα κούτσουρο της, απλά για να θυμίζουν πως κάποτε ήταν εκεί. 
Κι έτσι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη!

Έτσι λοιπόν το κούτσουρο της μηλιά που έμεινε στο τέλος και που πάλι προσφέρθηκε σε εκείνον που αγαπούσε, μας μιλά για την απεριόριστη αγάπη κάποιου σε κάποιον άλλον. Ο γονιός προς το παιδί του, ο ερωτευμένος προς εκείνον που αγαπά, ο φίλος προς τον φίλο. Για τις θυσίες που μπορεί να κάνει κάποιος που αγαπά αληθινά, για την υπομονή του και για την επιμονή του. Για όλα όσα μπορεί να προσφέρει απλόχερα χωρίς να ζητήσει το παραμικρό σαν αντάλλαγμα. Αυτό είναι η αληθινή αγάπη.  
Κι ύστερα είναι το παιδί που κάποτε έγινε άντρας και ύστερα ανήμπορος παππούς που μας διδάσκει για τη μανία του ανθρώπου όλο να παραπονιέται, να ζητάει και να μην ικανοποιείται με τίποτα. Λες κι είναι ταγμένος να μη γνωρίσει ποτέ την αληθινή ευτυχία. 


Αναμφίβολα μια ιστορία που πρέπει να τη διαβάσουμε όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Μια ιστορία που θα μας συγκινήσει, θα μας λυπήσει, θα μας προβληματίσει και ίσως στο τέλος να μας κάνει λίγο καλύτερους ανθρώπους. 
Τα παραμύθια δεν γράφονται μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Κυρίως για τους μεγάλους. Και σίγουρα το συγκεκριμένο διαχρονικό παραμύθι έχει να μας μάθει πολλά.


Πηγή: BookLoverGr


Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Οι δώδεκα μήνες - Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
  Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
  – Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
  Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
  Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:
  – Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
  Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
  Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
  Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
  Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
  Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
  Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.
  Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
  – Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
  Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
  Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
  – Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
  – Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.
  Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
  – Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
  Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:
  – Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
  Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:
  – Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
  – Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
  Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:
  – Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
  – A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
  Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
  – Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
  Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
  – Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
  – Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
  Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
  Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
  Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
  Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.
  Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
  Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
  – Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
  – Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
  – Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
  – Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
  – Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
  – Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
  – Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
  – Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.
  Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
  – Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
  – Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
  Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον. Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».




(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 1994)

 

Καλό καλοκαίρι!!